Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Μήπως, με λάθος τρόπο, ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των Γερμανών;;


Σήμερα, το πολύ τις επόμενες λίγες μέρες, στο Eurogroup ή και στη Σύνοδο Κορυφής  κρίνεται η τύχη της Ελλάδος και ίσως της Ευρώπης. Το δίλημμα: Συμφωνία ή Grexit.

Παρά την προφανή ριζική αντίθεση στις διαπραγματευτικές θέσεις Ελλάδος και Γερμανίας, επιμένω στην πρόβλεψή μου ότι θα υπάρξει συμφωνία κάποιας μορφής.


Πρώτον, γιατί η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή. Είμαστε ουσιαστικά, αν και όχι νομικά, πτωχευμένοι και δεν έχουμε πρόσβαση στις χρηματαγορές.

Ας μη μας διαφεύγει ότι, στο προχθεσινό Eurogroup, και οι 18 Υπουργοί Οικονομικών είχαν αρνητική στάση απέναντί μας αναγκασμένοι να ευθυγραμμιστούν με τη γραμμή Βερολίνου.

Το υποτιθέμενο "Plan Β" (στήριξη από Ρωσία, Αμερική ή Κίνα) είναι ευσεβείς πόθοι αδαών. Ας θυμηθούμε τον Σαγγάριο, τη Σμύρνη, το 1945 και την Κύπρο το 1974)·

Δεύτερον, γιατί οι πιστωτές μας θα υποστούν τεράστια οικονομική ζημία. Το δημόσιο χρέος μας που είναι € 318 δισεκ., δεν είναι πια στα χέρια ιδιωτών δανειστών αλλά στα χέρια των εταίρων μας δηλαδή των φορολογουμένων πολιτών τους, ενώ το ένα τρίτο είναι στα χέρια των Γερμανών. Οι εταίροι πιστωτές μας, πέραν του μεγάλου οικονομικού ρίσκου, υπόκεινται σε τεράστιο πολιτικό ρίσκο. Ακόμα χειρότερα, ένα ενδεχόμενο G
rexit απειλεί να προκαλέσει ντόμινο φυλλορροής  άλλων υπερχρεωμένων χωρών, ακόμα και διάλυση της Ευρωζώνης με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία..


Τρίτον, γιατί η γεωπολιτική κρίση στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου   (για την οποία ελάχιστα λέγονται) και τα συμφέροντα που διακυβεύονται δεν μπορούν να διασφαλιστούν χωρίς την Ελλάδα ως παράγοντα σταθερότητας.


Θα υπάρξει λοιπόν συμφωνία με αμοιβαίες παραχωρήσεις. Μια συμφωνία που δεν προοιωνίζεται και τόσο ευνοϊκή για τη χώρα μας με δεδομένα τα λάθη τακτικής,  τις υπερβολές και τους άστοχους τσαμπουκάδες πριν και κατά τη διαπραγμάτευση.

 

Ας τα δούμε όμως όλα αυτά υπό το πρίσμα της αδικαιολόγητα άτεγκτης συμπεριφοράς της Γερμανικής ηγεσίας ακόμα και μετά τη σχεδόν πλήρη υποχώρησή μας από τις αρχικές θέσεις μας, τους άλλους εταίρους και την ΕΚΤ να δέχονται τη νέα μας πρόταση και τον Πρόεδρο Ντάισελμπλουμ να μαλακώνει αφού «έγινε το δικό του» και πήρε εκδίκηση για τη δημόσια προσβολή που είχε υποστεί στην Αθήνα.


Η σκληρά αδιάλλακτη στάση του Σόιμπλε, με την πρόδηλη ευλογία της Καγκελαρίου Μέρκελ, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη συμβατική λογική και ούτε με την παραδοσιακή κουλτούρα των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν είναι πασίδηλο ότι η στυγνή πολιτική λιτότητας που έχουν επιβάλει, είναι καταστροφική, όχι μόνο για μας αλλά για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης (4 εκατομμύρια Έλληνες και 12 εκατομμύρια Γερμανοί εξαθλιώνονται κάτω από το όριο της φτώχειας).
 
Επιτρέψτε μου λοιπόν να προτείνω τη δική μου ερμηνεία, με τη ελπίδα και την ευχή να κάνω λάθος:

Οι Γερμανικές πολιτικές ηγεσίες, διαχρονικά, διακατέχονται από εμμονές που, κατά καιρούς αγγίζουν τα όρια της ψύχωσης, να επιβάλουν την κυριαρχία τους με όποιο τρόπο, στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Οι ήττες και οι ταπεινώσεις που υπέστησαν στους δύο παγκοσμίους πολέμους, αφού πρώτα αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα, όχι μόνο δεν φαίνεται να τους συνέτισαν αλλά τους πείσμωσαν περισσότερο. (Σημ.: Πιστέψτε με, προσπαθώ να είμαι αντικειμενικός και να μην εγκαλώ όλους τους Γερμανούς πολίτες, παρά τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσα στην ναζιστική κατοχή: Ολοκαύτωμα του χωριού μου, μαζικές εκτελέσεις αμάχων, και στην τρυφερή ηλικία των 10 ετών,  είδα να εκτελείται δίπλα μου ο οχτάχρονος παιδικός μου φίλος Στεφανής).

Υποψιάζομαι λοιπόν ότι Μέρκελ και Σόιμπλε και οι συν αυτοίς, υποσυνείδητα ίσως (δεν είμαι και ψυχολόγος), επιδιώκουν τη ρεβάνς. Αυτό που δεν κατάφεραν με τα όπλα και την ωμή βία στα δύο Ράιχ, την πλήρη υποταγή της Ευρώπης,  το προσπαθούν τώρα με έναν ακήρυχτο οικονομικό πόλεμο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Έναν πόλεμο πολύ πιο επικίνδυνο και πιο ύπουλο από τους προηγούμενους. Πιθανόν και το εύχομαι να είναι λάθος η εκτίμησή μου, αλλά ας το έχουμε κατά νουν και εμείς και οι άλλοι Ευρωπαίοι όταν συναλλασσόμαστε μαζί τους.

Υ.Γ.: Στην επικίνδυνη αυτή καμπή της ιστορίας μας, μαζί με τους θανάσιμους κινδύνους που μας απειλούν, προέκυψε και κάτι καλό: Ορθώνοντας το ανάστημά της η νέα Κυβέρνηση, κατάφερε να συσπειρώσει τον Ελληνικό λαό που, βάζοντας πλάτη στην εθνική προσπάθεια, με βελτιωμένο φρόνημα, ανακτά τη χαμένη αξιοπρέπειά του και αυτό θα της το χρωστάμε.

Αν μάλιστα κατορθώσουμε, Κυβέρνηση  και πολίτες να συμπαρασύρουμε και άλλες χώρες (και υπάρχουν θετικά σημάδια γι’ αυτό), σε ένα κοινό αγώνα για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των λαών και όχι των τραπεζών και των δανειστών και για τη δικαίωση του οράματος των ιδρυτών της, ακόμα καλύτερα. Γένοιτο…!!!     


Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ανορθόδοξο αλλά όχι παράλογο συμπέρασμα…


Διακινδυνεύω μια πρόβλεψη και μη βιαστείτε να με βγάλετε τρελό: Με την Ευρωζώνη θα υπάρξει λύση. Το μεγάλο πρόβλημα θα προκύψει «εντός των τειχών», εδώ στην Ελλάδα.
Εξηγούμαι λοιπόν: Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μακρά ιστορία δημιουργίας εσωτερικών κρίσεων, συγκρούσεων και φαινομενικών αδιεξόδων αλλά, με διαβούλευση, διάλογο και αμοιβαίες υποχωρήσεις, πάντα καταλήγουν σε συμφωνία. Βέβαια, συνήθως οι αδύναμες χώρες κάνουν τις περισσότερες υποχωρήσεις και οι ισχυρές πολύ λιγότερες.
Στην περίπτωση της διαχείρισης της κρίσης του ελληνικού χρέους, τα πράγματα περιπλέχθηκαν αδικαιολόγητα.

Χωρίς να είμαι «Ευρωπολόγος», με βάση την κοινή λογική, κάνω τις εξής εκτιμήσεις, για ό,τι αξίζουν:

Οι μεν Γερμανοί, με τη διαχρονική εμμονή τους να κυριαρχούν στην Ευρώπη με το όποιο κόστος, συνεχίζουν την καταστροφική πολιτική της στυγνής λιτότητας, αρνούμενοι να καταλάβουν ότι αυτό θα οδηγεί σταθερά την Ευρώπη σε αποπληθωρισμό, βαθύτερη ύφεση και ανεργία που τελικά θα πλήξει και τα δικά τους, στενά και κακώς εννοούμενα συμφέροντα. Αγνοούν δε και την προφανή και επείγουσα ανάγκη να υποστηριχθεί η ανάπτυξη και η ελάφρυνση των βαρών των ταλαιπωρημένων λαϊκών στρωμάτων.
Δυστυχώς, η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, εκμεταλλευόμενοι και τα δικά μας λάθη, έχουν κατορθώσει να υποτάξουν και να συσπειρώσουν γύρω τους, όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, ακόμα και του Νότου που θα περίμενε κανείς να είναι με το μέρος μας. Με το όχι άδικο επιχείρημα ότι δανειστήκαμε από όλους αυτούς πολλά χρήματα που σπαταλήσαμε και αδυνατούμε να επιστρέψουμε, έχουν δημιουργήσει μεγάλη συσπείρωση δυσφορίας κατά της Ελλάδος     

Από την άλλη πλευρά, εντός της χώρας μας, η λαϊκή εντολή στις εκλογές της 25ης του Γενάρη έδωσε το δικαίωμα και την υποχρέωση στη νέα Κυβέρνηση να ορθώσει ανάστημα ανυψώνοντας το φρόνημα των ταπεινωμένων Ελλήνων οι οποίοι, τώρα, ανακτούν τη χαμένη εθνική τους αξιοπρέπεια και που στη συντριπτική τους πλειονότητα, εγκρίνουν και υποστηρίζουν τη νέα Κυβέρνηση.
Αλλά με ποιό κόστος; Η άκριτη προεκλογική παροχολογία και οι πατριωτικές κορώνες που απευθύνονταν στο συναίσθημα παρά στη λογική, εγκλώβισαν  την κυβέρνηση σε έναν αδιάλλακτο διαπραγματευτικό μονόδρομο αφαιρώντας της κάθε περιθώριο ευελιξίας. 
Αν και είναι εντελώς θεμιτό να ξεκινήσει κανείς τη διαπραγμάτευση απαιτώντας τα πάντα, πρέπει να έχει επιλέξει εκείνα που είναι έτοιμος να παραχωρήσει για να ενθαρρύνει τον συνομιλητή να κάμει και εκείνος παραχωρήσεις προς την κατεύθυνση δίκαιης και κοινά αποδεκτής λύσης.
Αντ’ αυτού, υιοθετήσαμε μια ακραία και άκαμπτη γραμμή, αρνούμενοι να δεχτούμε οποιαδήποτε συζήτηση και χωρίς να προβάλουμε τις θέσεις μας με τεκμηριωμένα πολιτικά αλλά και οικονομικά επιχειρήματα. Δεν κατάλαβαν οι εκπρόσωποί μας (κυρίως ο εξής… ένας) ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει, ότι δεν είμαστε ακόμα στην περίοδο της επανάστασης του ΄21 και ότι με περίτεχνες διαλέξεις και «θεωρίες παιγνίων», όχι μόνο δεν πείθονται οι πρακτικοί έως κυνικοί Ευρωπαίοι αλλά, αντίθετα, αντιδρούν πολύ αρνητικά.
Σαν αποτέλεσμα, φτάσαμε στη χθεσινή ρήξη στο
Eurogroup. Κυριαρχεί ήδη απογοήτευση, σύγχυση και πανικός που αγγίζει τα όρια της υστερίας. Στα τηλεοπτικά παράθυρα είναι διάχυτο το αίσθημα ότι η καταστροφική χρεοκοπία είναι προ των πυλών.
Εκτιμώ ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Όχι μόνο γιατί, από οικονομική άποψη, αυτό το σενάριο δεν συμφέρει κανέναν. Ούτε την Ελλάδα, ούτε τη Γερμανία, ούτε καμιά άλλη Ευρωπαϊκή χώρα αλλά ούτε και την παγκόσμια οικονομία. Υπάρχει επίσης και το «γεωπολιτικό πρόβλημα» σε μια περιοχή για τη σταθερότητα της οποίας η Ελλάδα καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο. Αυτό είναι προφανές και δεν χρειάζεται ανάλυση. Άρα, ΛΥΣΗ ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ με αμοιβαίες υποχωρήσεις..

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, ΣΕ ‘ΜΑΣ. Το τι δηλαδή θα συμβεί όταν ο Πρωθυπουργός επιστρέψει με μια υπογεγραμμένη συμφωνία την οποία θα χρειαστεί να παρουσιάσει στο εσωτερικό της χώρας.
Παρά την κάποια ωρίμανση των πολιτών, απότοκο του προβληματισμού από την τρέχουσα περιπέτεια, ο λαός θα αντιδράσει στη διάψευση των υπέρμετρων προσδοκιών που του δημιουργήθηκαν. Καθόσον αφορά τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μάλλον ζουν ακόμα στο… χθες.

Φοβούμαι όμως ότι τα χειρότερα θα προέλθουν από μέσα από το κυβερνητικό σχήμα. Κυβερνητικός εταίρος ένας αρχηγός (ο Π. Καμμένος) και ένα κόμμα, τοποθετημένο «στα δεξιά της Δεξιάς» και από την άλλη, Υπουργοί και Βουλευτές (Λαφαζάνης, κ.ά.) της συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ που είναι τοποθετημένη «στα αριστερά της Αριστεράς». Όλοι αυτοί έχουν εκφραστεί για καίρια ζητήματα, κατά απόλυτο και αδιάλλακτο εθνικιστικό ή και ακροαριστερό τρόπο. ΤΟΤΕ, ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΑ… Και ο Θεός της Ελλάδος και, ελπίζω, οι Έλληνες πολίτες να βάλουν το χέρι τους.  

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Συλλογική Λύτρωση ή Συλλογικό Χαρακίρι;


Του Νίκου Ε. Σκουλά, το βράδυ της 11ης Φλεβάρη 2015

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, συνεδριάζει το Eurogroup σε μια πρώτη προσέγγιση στο  ελληνικό οικονομικό πρόβλημα με τη νεοεκλεγείσα κυβέρνησή μας να παρουσιάζει τις προτάσεις της. Δεν περιμένουμε να προκύψουν τελικά συμπεράσματα ούτε και αποφάσεις, απόψε. Η συνάντηση θα έχει μάλλον διερευνητικό χαρακτήρα.

Οι δύο πλευρές, εμείς και όλοι οι άλλοι (δηλαδή η Γερμανία) θα καταθέσουν, μάλλον μαξιμαλιστικά, τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους, πριν αρχίσει η ουσιαστική διαπραγμάτευση σε μια προσπάθεια εξεύρεσης κοινού τόπου – χρυσής τομής. Παρά τις εκατέρωθεν ακραίες «ρητορείες», στόχος και των δύο πλευρών θα είναι να κάνουν όσο το δυνατό λιγότερες παραχωρήσεις.

Ενδεχόμενο ναυάγιο δεν συμφέρει κανέναν. Όλοι έχουν να χάσουν περισσότερα ή λιγότερα. Για μας θα είναι καταστροφικό αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωζώνη και τους πιστωτές μας, μεγάλη ζημιά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε για καλό σκοπό που όμως δεν επαληθεύτηκε. Στην πράξη, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Αντί να γίνει Ομοσπονδιακό Κράτος (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες) με κοινή οικονομική και εξωτερική πολιτική, παρέμεινε απλά μια Ομοσπονδία Κρατών, μια νομισματική ένωση και ζώνη ελευθέρου εμπορίου, στην οποία οι ισχυρότερες οικονομικά χώρες υποδουλώνουν και εκμεταλλεύονται τις πιο αδύναμες χώρες και τους λαούς τους.

Οι πιστώτριές μας χώρες της Ευρωζώνης που κρατούν στα χέρια τους το μέγιστο μέρος του δημόσιου χρέους μας, σε περίπτωση που πτωχεύσουμε και νομικά (στην ουσία είμαστε ήδη πτωχευμένοι) θα υποστούν τεράστια οικονομική ζημία, την οποία θα κληθούν να καλύψουν οι πολίτες τους και αυτό δεν το αντέχουν – και το ξέρουν καλά. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να προκαλέσει το ντόμινο της διάλυσης της Ευρωζώνης η οποία αντιμετωπίζει ήδη προβλήματα αποπληθωρισμού και ανεργίας, ως αποτέλεσμα της εμμονής στην ακραία πολιτική λιτότητας.

Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται αυτό και υπάρχουν ήδη φωνές εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης που ζητούν αναθεώρηση αυτής της πολιτικής. Αυτό συμβάλλει στη δημιουργία μιας ευνοϊκής συγκυρίας που μπορούμε να αξιοποιήσουμε ως διαπραγματευτικό επιχείρημα. Ένα πρόσθετο στοιχείο είναι η άνοδος των «Ευρωσκεπτικιστών» (Λεπέν, Γκρίλιο, κ.ά.)

Μετά το δίλημμα των διπλών εκλογών του 2012, με πρωτοβουλία των Γερμανών, οι Ευρωπαίοι ανέπτυξαν ένα plan B, για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων ενδεχόμενου GREXIT (έξοδος από το Ευρώ). Το φημολογούμενο δικό μας Plan B, η προσφυγή στις ΗΠΑ, στη Ρωσία ή και στην Κίνα για δανεισμό, δεν είναι καλή ιδέα γιατί οι χώρες αυτές δεν εμπνέονται από αίσθημα «αλληλεγγύης» αλλά ενεργούν με γνώμονα τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα. Δανείζουν στο εθνικό  τους νόμισμα και, μετά την αναπόφευκτη υποτίμηση του δικού μας νέου νομίσματος, θα βρεθούμε σε πολύ χειρότερη κατάσταση.

Εμείς έχουμε λοιπόν να χάσουμε πολλά περισσότερα. Ίσως τα πάντα. Γι’ αυτό, σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας που διακυβεύεται η επιβίωσή μας ως έθνος και ως λαός, είναι επείγουσα ανάγκη να ξανασκεφτούμε, με ρεαλισμό και σύνεση, να καταγράψουμε αντικειμενικά τα στοιχεία που συνθέτουν την κατάστασή μας και, με βάση αυτά, να κάνουμε τις επιλογές μας και να καθορίσουμε ψύχραιμα τη στάση μας.

Για την κατάσταση στην οποία περιήλθαμε, φταίνε βέβαια και οι δανειστές μας που μας «διευκόλυναν» χάριν του κακώς εννοούμενου συμφέροντός τους, αλλά φταίμε πρωτίστως εμείς (πολιτικοί, τράπεζες, δημόσια διοίκηση, συνδικαλιστές και πολίτες) γιατί δανειστήκαμε τεράστια ποσά τα οποία κατασπαταλήσαμε, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσουμε να τα αποπληρώσουμε.

Αντί δε να ψάξουμε τα αίτια, να κάνουμε διορθωτικές αλλαγές, και να τιμωρήσουμε, πολιτικά ή και ποινικά, αυτούς που δημιούργησαν την κρίση, τιμωρούμε αυτούς που κλήθηκαν να τη διαχειριστούν (συγχωρούμε τον εμπρηστή και τιμωρούμε τον πυροσβέστη).

Ελπίζω να μην επιφυλάξουμε την ίδια τύχη και στη νέα Κυβέρνηση που μόλις εκλέξαμε. Προσπαθούν με ειλικρίνεια και πατριωτικό πάθος. Ξεκίνησαν με μερικά καλά πρώτα βήματα. Το πιο σημαντικό είναι ότι όρθωσαν ανάστημα και βοήθησαν να αποκατασταθεί το εθνικό μας φρόνημα και η εθνική μας υπερηφάνεια. Το είχαμε ανάγκη.

Βέβαια, άπειροι όντες, υποσχέθηκαν υπερβολικά πράγματα για την υλοποίηση των οποίων δεν υπάρχουν και δεν φαίνεται να υπάρξουν χρήματα. Μακάρι να τα βρουν τα χρήματα και να ανταποκριθούν στα εξαγγελθέντα.

Έχω ήδη δηλώσει πως δεν τους ψήφισα. Αλλά είναι η Κυβέρνησή μας που προσπαθεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση και το μνημόνιο. Είμαι έτοιμος να βάλω πλάτη και ελπίζω το ίδιο να πράξουν όλοι οι συνΈλληνες. Η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη που κανένα κόμμα μόνο του, έστω και με 70% πλειοψηφία (πολύ λιγότερο με 36%), δεν θα μπορούσε να τη διαχειριστεί με επιτυχία. Χρειάζεται μια εθνική πανστρατιά, όπως κάναμε σε ανάλογες  στιγμές θανάσιμης απειλής της εθνικής μας υπόστασης.

Τα περί κουρέματος ή άλλως πως «απομείωσης τους χρέους» (το ίδιο πράγμα είναι), το δόγμα του «χρωστάω αλλά δεν δίνω λογαριασμό» τα περί εμμονής  στη θέση να ικανοποιηθούν όλα μας τα αιτήματα χωρίς να είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε πειστικές διαβεβαιώσεις πως, μακροπρόθεσμα έστω, θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας, οδηγούν σε τοίχο, ίσως και στον γκρεμό.

Οι πιστωτές, επ’ ουδενί λόγω, δεν θα δεχτούν να διαγράψουν το χρέος μας. Πρώτον, διότι θα κληθούν να το καλύψουν οι φορολογούμενοι πολίτες τους και αυτό δεν πρόκειται να περάσει από τα Κοινοβούλια των πιστωτριών χωρών. (Γιατί, δηλαδή, θα πρέπει ο φτωχότερος από μας Σλοβάκος ή και ο Λιθουανός να πληρώσει την ασυνέπειά μας. Δεύτερον, γιατί, πέραν της συμπάθειας που εκδηλώνουν οι, κατά τα άλλα, φυσικοί μας σύμμαχοι οι Νοτιοευρωπαίοι,  όχι μόνο δεν συντάσσονται μαζί μας αλλά στέκονται αρνητικά απέναντί μας. Πορτογάλοι, Ισπανοί και Ιρλανδοί που κατάφεραν, με δικές τους προσπάθειες, να βγουν από το μνημόνιό τους, δεν δέχονται να εξαιρεθούν οι ασυνεπείς (εμείς δηλαδή). Τρίτον, φοβούνται ότι τυχόν χαριστικό κούρεμα του χρέους μας, θα προκαλέσει χιονοστιβάδα παρόμοιας απαίτησης από τις άλλες χρεωμένες χώρες.

Φαίνεται να υπάρχουν εναλλακτικές προτάσεις, πιο λογικές και πιο εφικτές όπως επιμήκυνση της περιόδου εξόφλησης και περίοδος χάριτος για παροχή ανάσας, ρύθμιση σε μικρότερες δόσεις και χαμηλά επιτόκια σε συνδυασμό με πραγματική δική μας δέσμευση και σχέδιο για ριζική μείωση της φοροδιαφυγής και διαφθοράς,  μείωση της σπατάλης (και όχι των μισθών και των συντάξεων), αποκάλυψη και αμείλικτο χτύπημα των πάσης μορφής «λιστών» (δηλαδή των «ληστών») και βεβαίως αλλαγή πολιτικής και πέρασμα από τα εξωπραγματικά πρωτογενή πλεονάσματα και τη στυγνή λιτότητα στην ανάπτυξη με τη στήριξη ενός νέου, ελληνικού παραγωγικού μοντέλου.

Ο Τσίπρας, ο Δραγασάκης και ο Σταθάκης προσπαθούν με σοβαρότητα και σύνεση, με μελετημένη διαπραγματευτική στρατηγική αλλά και με σεβασμό προς τους συνομιλητές και τους θεσμούς που εκπροσωπούν. Ας τους στηρίξουμε.
Η λεγόμενη «αριστερή συνιστώσα» ουρανοβατεί εξαγγέλλοντας πράγματα πολλά από τα οποία, προφανώς, δεν μπορούν να υλοποιηθούν.
Ελπίζω να μην προκαλέσει, αθέλητα, κάποιο «ατύχημα» που δεν θα αντέξουμε.
Ο Βαρουφάκης μιλάει πολύ. Συμπεριφέρεται με έπαρση και έχει πάρει σοβαρά τον ρόλο του «εθνικού σούπερ σταρ» εκτοξεύοντας κορώνες εκεί που δεν χρειάζονται και δεν κάνουν καλό. Αναφέρεται στους συνομιλητές του ως «αντιπάλους» και κάποιους τους προσβάλει δημοσίως. Ας τον συμμαζέψει ο Πρωθυπουργός πριν προκαλέσει ζημιά.

Η οικονομική διπλωματία απαιτεί μελετημένη στρατηγική, κόκκινες, αδιαπραγμάτευτες αλλά εφικτές γραμμές αλλά και δευτερεύουσας σημασίας αιτήματα που είμαστε έτοιμοι να παραχωρήσουμε για να κερδίσουμε τα μείζονα με διακριτικότητα, και σεβασμό του συνομιλητή μας. Η διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία από την οποία όλοι πρέπει να βγουν νιώθοντας κερδισμένοι (win/win). Αλλιώς αποτυγχάνει. Κα σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση δεν έχουμε περιθώριο να αποτύχουμε.

Και εμείς οι πολίτες, αν και το έχουμε ανάγκη, ας πάψουμε να λειτουργούμε με βάση μόνο το συναίσθημα ικανοποιώντας έτσι το πληγωμένο μας φιλότιμο. Ας πάψουμε να χειροκροτούμε και να πανηγυρίζουμε κάθε φορά που πετάει βεγγαλικά κάποιος «Ελληνάρας» πολιτικός. Ας στηρίξουμε τους ηγέτες που με σύνεση, ρεαλισμό και σοβαρότητα αγωνίζονται για το συμφέρον της πατρίδας και της κοινωνίας. Μόνο ενωμένοι σε μια κοινή εθνική προσπάθεια μπορούμε αποφύγουμε τον γκρεμό, να κερδίζουμε το μέλλον μας και την εθνική μας αξιοπρέπεια.

Ο Περουβιανός νομπελίστας Μάριο Βάργκας Λιόσα μας προειδοποιεί να είμαστε προσεκτικοί για να μη διαπράξουμε «συλλογικό χαρακίρι». Στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε τη «συλλογική εθνική λύτρωση».
 

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Αντί λεονταρισμών και απρόκλητων επιθέσεων, ας πορευτούμε με Ελπίδα, Ρεαλισμό και Φρόνηση


Δεν ψήφισα τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και διετύπωσα τις επιφυλάξεις μου δημόσια.
Εξελέγη όμως και σήμερα είναι η νέα κυβέρνηση της χώρας η οποία βρίσκεται σε τρομακτικά οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα με υπέρογκο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος και τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη να σφαδάζουν υπό το βάρος των απάνθρωπων μέτρων λιτότητας.

Η Ελλάδα, από το 2008, τελεί σε κατάσταση ελεγχόμενης χρεοκοπίας και διατρέχει, άμεσα τον κίνδυνο άτακτης χρεοκοπίας πέφτοντας στο κενό. Σε όσους, ελαφρά τη καρδία, υποστηρίζουν πως «τι να κάνουμε; ας χρεοκοπήσουμε.» αντιπαραθέτω την πικρή εμπειρία μου, έχοντας βιώσει τη χρεοκοπία στο τέλος του πολέμου. Δεν ξέρουν τι λένε και τι μας περιμένει.

Έχουμε λοιπόν κυβέρνηση που καλείται να διαχειριστεί μια κατάσταση πρωτόγνωρης  έκτακτης εθνικής ανάγκης. Δεν συμφωνώ με το ακοστολόγητο ακόμα πρόγραμμα και τη  μεθοδολογία που ακολουθεί η κυβέρνηση αλλά έχει την έγκριση και την εντολή του εκλογικού σώματος να το εφαρμόσει.

  Εύχομαι, πάντως,  ειλικρινά να πετύχει για το συμφέρον της χώρας και του λαού και, σ’ αυτό το πνεύμα, προσφέρω και τις εξής παρατηρήσεις ως ένας πολίτης (τίποτε περισσότερο αλλά και τίποτε λιγότερο):

Προς Κυβέρνηση και πολίτες: Να πάψουμε να θριαμβολογούμε. Αν και χρειαζόμαστε μια ανακούφιση από την κατάθλιψη και μια ανύψωση του φρονήματός μας, τα προβλήματά μας δεν λύθηκαν. Αντίθετα, παραμένουν και γίνονται πιο απειλητικά και πιο επείγοντα. Πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε όχι με αδικαιολόγητη ευφορία άλλα με ελπίδα και ρεαλισμό.

Τα πιο δύσκολα έρχονται και μάλιστα πολύ σύντομα. Οι πιστωτές μας απαιτούν τα πολλά λεφτά που δανειστήκαμε και σπαταλήσαμε. Μεταξύ αλληλεγγύης και είσπραξης των οφειλόμενων με κάθε τρόπο, προτιμούν το δεύτερο. Αξιοποιούν μάλιστα τις όποιες εσωτερικές αντιπαλότητες διαπιστώνουν σε μας, προς δικό τους όφελος. Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις.

Οι ηγέτες της Ευρωζώνης (Μέρκελ, Σόημπλε, Σούλτς, Ντάϊσελμπλουμ κ.λπ.) έχουν ήδη εκφράσει τη σθεναρή άρνησή τους στις προτάσεις μας και μάλιστα με επιτιμητικό ύφος. Ακόμα και κυβερνήσεις του Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία) έχουν δημόσια αρνηθεί να συμπλεύσουν μαζί μας. Γι’ αυτό, ας αφήσουμε τις τυμπανοκρουσίες. Ας βάλουμε νερό στο κρασί μας και ας κρατήσουμε μικρό καλάθι. Θα χρειαστούμε σύνεση, σοβαρότητα και μεθοδικότητα. Ο δρόμος θα είναι κακοτράχαλος. Ας είμαστε προετοιμασμένοι.

Προς την κοινοβουλευτική  αντιπολίτευση και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις: Οι συνθήκες διεθνώς και εντός Ελλάδος, άλλαξαν ριζικά. Ύφεση παντού (σε μας βαθιά ύφεση και ανεργία). Είναι ανάγκη να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο συνηθίσαμε να ασκούμε το λειτούργημα της αντιπολίτευσης.

Να τελειώνει το «ΟΧΙ ΣΕ ΟΛΑ». Σκοπός μας δεν μπορεί να είναι πλέον να ανατρέψουμε αυτούς κυβερνούν για να πάρουμε εμείς την εξουσία – λάφυρο. Όποιοι δεν το συνειδητοποιούν αυτό και συνεχίζουν την πεπατημένη της στείρας άρνησης, προσφέρουν χείριστη υπηρεσία στην πατρίδα.

Η άσκηση αντιπολίτευσης είναι βεβαίως θεσμικά επιβαλλόμενο καθήκον. Αλλά αντιπολίτευση με σύνεση, ακόμα και με βελτιωτικές προτάσεις  και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Στη δραματική κατάσταση που έχουμε περιέλθει, ΚΑΝΕΝΑ ΚΟΜΜΑ μόνο του, ακόμα και αν έχει ισχυρή αυτοδυναμία δεν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα, πολλώ δε μάλλον, όταν η Κυβέρνηση του 36% με εσωκομματικές διαφοροποιήσεις, στηρίζεται σε ένα κόμμα με εντελώς διαφορετική ιδεολογία και πρόγραμμα.

Το νέο μεγάλο ζητούμενο είναι ευρύτατες συναινέσεις και δεσμεύσεις και κοινή στάση για την επιτυχή έξοδο από τη στενωπό της κρίσης.  Στην επικίνδυνη αυτή φάση που διακυβεύεται η επιβίωσή μας, χρειαζόμαστε μια ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΝΣΤΡΑΤΙΑ και συμπαράταξη των πολιτικών δυνάμεων και των πολιτών.

Προς τον Πρωθυπουργό και το Οικονομικό Επιτελείο: Είναι προς τιμήν του Αλέξη Τσίπρα που «πρωτοτυπεί» όπως λέει, επιμένοντας να εφαρμόσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις με προτεραιότητα εκείνες που αφορούν στην ελάφρυνση των βαρών των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων, αν και μου φαίνονται υπερβολικές. Εύχομαι και ελπίζω να βρει τα χρήματα να τις πραγματοποιήσει.

Μαζί με τον σοβαρό και πεπειραμένο Γιάννη Δραγασάκη, προσπαθεί να είναι συνεπής στη λαϊκή εντολή αναζητώντας μια νέα συμφωνία που θα εξασφαλίσει την επιβίωση της ελληνικής οικονομίας επικαλούμενος και το παράλληλο συμφέρον της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και, παρά το νεαρό της ηλικίας του, το κάνει αυτό με τρόπο συνετό που δεν προκαλεί  ιδιαίτερα τους σκληρούς Ευρωπαίους εταίρους, αξιοποιώντας και το ευνοϊκότερο κλίμα που έχει διαμορφωθεί τελευταία εν όψει και της επαπειλούμενης ύφεσης. Διέγνωσε, προφανώς, σωστά την τάση, εκ μέρους πολλών Ευρωπαίων, να θέλουν να δώσουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη, χαλαρώνοντας την αποπνικτική λιτότητα.

Για τον Υπουργό Οικονομικών, έχω διαφορετική άποψη. Πρέπει να καταλάβει πως δεν αρκεί η γνώση της οικονομικής θεωρίας που δίδασκε στους φοιτητές του. Η οικονομική διπλωματία και η διαπραγμάτευση, όταν μάλιστα βρίσκεσαι σε αδύναμη θέση, έχει άλλες απαιτήσεις. Μπορείς να μένεις σταθερός στις διαπραγματευτικές σου θέσεις (έχοντας όμως προκαθορίσει τα δευτερεύοντα που μπορείς να παραχωρήσεις για να κερδίσεις τα μείζονα).

Δεν ωφελούν όμως οι στεντόρειες δημόσιες κορώνες που εντυπωσιάζουν και ικανοποιούν την εθνική υπερηφάνεια των πληγωμένων Ελλήνων. Αυτά πληρώνονται ακριβά.  Η δημόσια προσβολή του συνομιλητή με τον οποίο προτίθεσαι να διαπραγματευτείς για να κερδίσεις παραχωρήσεις, φέρνει πάντα αρνητικά αποτελέσματα. Δεν χρειάζεται να δημιουργούμε πολλά μέτωπα, χωρίς αποχρώντα λόγο, απλά και μόνο για να αποδείξουμε ότι είμαστε «περήφανοι Ελληνάρες».

Καλύτερη, κατά τη γνώμη μου και κατά τη γνώμη των πιο σοφών και έμπειρων, τακτική είναι η επιμονή στις διεκδικήσεις σου χωρίς “
grandstanding”, αλλά με αξιοπρέπεια, σεβασμό και ευγένεια, όπως δηλαδή έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κοντολογίς, δεν χρειαζόμαστε άλλους εθνικούς σταρ. Χρειαζόμαστε σεμνούς αλλά αποτελεσματικούς πολιτικούς που θα διαχειριστούν τις τύχες μας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον.

Για τα λοιπά μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου: Συνεπαρμένοι προφανώς από τις προεκλογικές τους ομιλίες, βιάστηκαν να ανακοινώσουν τα καθ’ αυτούς, χωρίς συνεννόηση και χωρίς συντονισμό  προτεραιοτήτων σημαντικότητας και χρονικής εφαρμογής αλλά και κόστους. Πριν καν προλάβουν να ορκιστούν, είδαμε σκηνές  απείρου κάλλους με ένα συναγωνισμό δηλώσεων (ο καθένας για πάρτη του) σαν τάχα το Υπουργείο του καθενός να ήταν όλη η Ελλάδα.

Κατανοητό, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι, με εξαίρεση δύο Υπουργούς με μικρή πρότερη θητεία, όλοι ήταν εντελώς άπειροι. Το μυστικό της επιτυχίας, πάντα, αλλά τώρα πολύ περισσότερο είναι η αλληλοενημέρωση, η συνεννόηση, η διαμόρφωση κοινών στόχων και κοινής στρατηγική. Η συνέργεια, δυστυχώς, δεν ήταν ποτέ ελληνική αρετή και αυτή ίσως είναι ένα από τα μεγάλα αίτια της κακοδαιμονίας μας. Ήρθε ο καιρός να συνέλθουμε. Κυρίως γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Σημείωση: Γνωρίζω ότι αυτό το άρθρο αυτό. πιθανότατα θα ξενίσει, θα εκνευρίσει και ίσως εξοργίσει κάποιους. Ας είναι. Αυτό νιώθω ότι είναι το πατριωτικό μου καθήκον και το κάνω για ό,τι αξίζει.