Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ο τουρισμός δεν θα μείνει αλώβητος


Άρθρο του Νίκου Ε. Σκουλά,
Προέδρου του Minoan International College, 
πρ. Υπουργού Τουρισμού
στην εφημερίδα ΤΟΛΜΗ 



Κατά τη γνώμη μου, η κρίση την οποία διέρχεται ο τουρισμός μας σήμερα θα έχει ασυνήθιστα μεγάλη ένταση αλλά και διάρκεια. Είναι μια σοβαρή κρίση με τρεις ξεχωριστές διαστάσεις που συγκυριακά συγκλίνουν στην ίδια αρνητική κατεύθυνση με απρόβλεπτες αρνητικές επιπτώσεις, από την οποία, πάντως, αποκλείεται να βγούμε αλώβητοι. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στις εξής διαπιστώσεις:

1. Είναι βέβαιο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τεράστια πλανητική χρηματοπιστωτική κρίση που, σε απόλυτα μεγέθη, είναι ανάλογη με το μεγάλο κραχ του 1929, ενώ οι αναπτυγμένες χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού (Γερμανία, Βρετανία, κ.λπ.), βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με καλπάζουσα ανεργία, συρρίκνωση εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων τους.

2. Πολύ πριν ακόμα ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ελληνικός τουρισμός είχε ήδη έντονα σημεία παθογένειας με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που σταδιακά τον οδηγούσαν σε απώλεια του ανταγωνιστικού του πλεονεκτήματος από άποψη σχέσης αξίας-τιμής (value formoney), συγκριτικά με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που, για το ίδιο μαζικό παραθεριστικό (και, κατά συνέπεια, εποχικό) τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και πολύ χαμηλότερη τιμή.

Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας είναι η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας – που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές – η αυξανόμενη τάση για συμβόλαια «all inclusive» αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα.

3. Πάνω σ’ αυτή τη δυσμενή συγκυρία «ήρθε κι έδεσε» το όχι απρόσμενο και καθόλου αδικαιολόγητο λαϊκό ξέσπασμα των οικονομικά ασθενών κοινωνικών ομάδων και της νεολαίας, των οποίων οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, με μεγάλη ευθύνη της πολιτείας, δυστυχώς, καπελώθηκαν από τους «γνωστούς-άγνωστους» κουκουλοφόρους, η ανεξέλεγκτη καταστροφική μανία των οποίων οδήγησε την αγορά σε καθίζηση και υπονόμευσε το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Η επί εβδομάδες προβολή της έκρυθμης κατάστασης, ως πρώτου ή δεύτερου θέματος στα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα και στα πρωτοσέλιδα του ξένου τύπου, μιας κατάστασης που δυστυχώς συνεχίζεται υπό μορφή αναβίωσης της εσωτερικής τρομοκρατίας, διαμόρφωσε μια άκρως αρνητική εικόνα για τον τουρισμό της Ελλάδας οι συνέπειες τις οποίας δεν είναι εύκολα αναστρέψιμες. Η κυβερνητική εξαγγελία για σημαντική αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης, σ’ αυτή τη φάση, είναι ασφαλώς σπατάλη χρημάτων αλλά και κάτι χειρότερο: Όταν στη διεθνή επικαιρότητα κυριαρχεί, ως πρώτο θέμα, η εικόνα «της Αθήνας που καίγεται ή τρομοκρατείται» , η διαφημιστική καταχώρηση θα ενισχύσει περαιτέρω την αρνητική εικόνα και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά στον δυνητικό τουρίστα. Συνεπώς, η όποια διαφημιστική καμπάνια πρέπει να γίνει στην ώρα της και αφού θα έχουν προηγηθεί άλλες, πιο επείγουσες ενέργειες. Αυτονόητα, πρώτη όσο και κατεπείγουσα προτεραιότητα για την Κυβέρνηση, θα πρέπει να είναι η μέριμνα για τη χρηματοπιστωτική κάλυψη των τουριστικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και η ενίσχυση της ρευστότητάς τους με επενδυτικά δάνεια και κεφάλαια κινήσεως, ιδιαίτερα κατά την εκτός αιχμής περίοδο, με προσιτά επιτόκια και όρους αποπληρωμής. Γι’ αυτό, θα χρειαστεί εποπτεία και αυστηρός έλεγχος ώστε τα 28 δισεκατομμύρια Ευρώ να διαχυθούν στην πραγματική οικονομία και όχι στην ενίσχυση της ήδη αδικαιολόγητα υψηλής κερδοφορίας των τραπεζών. Αυτά τα απαραίτητα μέτρα, αν βέβαια εφαρμοστούν σωστά, απλά θα συμβάλουν, βραχυπρόθεσμα, στην άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης αλλά δεν εγγυώνται, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη υγιή και αειφόρα ανάπτυξη του τουρισμού μας καθώς και των άλλων τομέων που επηρεάζει άμεσα. Κάτω απ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, ποια πορεία πρέπει να ακολουθήσουμε για να βοηθήσουμε την τουριστική οικονομία να βγει από την κρίση; Κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη πολλών, η μόνη πιθανή οδός διαφυγής, χωρίς κλειδωμένες βεβαιότητες, είναι η προσέλκυση τουριστών πολύ υψηλών προδιαγραφών και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση. Για να συμβεί όμως αυτό, επείγει, η επανατοποθέτησή μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά, με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη τουριστική προσφορά, που θα απευθύνεται σε πιο ενήμερους, πιο εκλεκτικούς, πιο απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες και μάλιστα για 12 μήνες το χρόνο. Μια πολιτική, χωρίς φαινόμενα όπως τα προαναφερθέντα, μια πολιτική που θα οδηγεί σε διαρκή μείωση των φαινομένων αυτών και θα αναδεικνύει και θα αναγνωρίζει, με ουσιαστικό τρόπο, τη συμβολή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των εργαζομένων στην ποιοτική τουριστική ανάπτυξη. Προϋποθέσεις γι’ αυτή την ανάπτυξη είναι:

  • Η παροχή δέσμης οικονομικών και άλλων κινήτρων που θα ενθαρρύνουν τη δημιουργία ξενοδοχείων υψηλών κατηγοριών και παράλληλη αναβάθμιση των καταλυμάτων χαμηλότερων κατηγοριών με στόχο ένα πιστοποιημένο υψηλό επίπεδο παρεχομένων υπηρεσιών.
  • Η ενίσχυση προσπαθειών ανάπτυξης οικολογικών–αγροτουριστικών καταλυμάτων και προγραμμάτων αναστήλωσης παραδοσιακών κτισμάτων και οικισμών, για τουριστική αξιοποίηση και η προώθηση του τουρισμού της ενδοχώρας, των νησιωτικών περιοχών και γενικά της περιφέρειας. 
  • Οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού θα ενισχυθούν σημαντικά από την αξιοποίηση της κρητικής κουζίνας, του παραδοσιακού διατροφικού μας προτύπου, αλλά και των τοπικών προϊόντων που το υποστηρίζουν (ελαιόλαδο, ελιές, τυροκομικά προϊόντα, παξιμάδια, μέλι, αλλά και συνολικά προγράμματα όπως οι «Δρόμοι» του Κρασιού και του Λαδιού, κλπ) με ιδιαίτερη έμφαση στα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας.
  • Χρειάζονται επίσης βελτιωμένες ειδικές τουριστικές υποδομές όπως συνεδριακοί χώροι, κέντρα ευεξίας (spa), εγκαταστάσεις με προγράμματα τουρισμού υγείας (π.χ, μονάδες υποστήριξης νεφροπαθών), αθλητικοτουριστικές εγκαταστάσεις, γήπεδα γκολφ και τένις, θερμαινόμενες πισίνες, μαρίνες, κέντρα ιππασίας, κέντρα θαλασσοθεραπείας, κ.λπ, με παράλληλη καθιέρωση σύνθετων και αναβαθμισμένων προγραμμάτων απασχόλησης του ελεύθερου χρόνου των φιλοξενούμενων επισκεπτών για ευχάριστη και δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ιδιαιτέρως κατά την εκτός αιχμής περίοδο, προκειμένου να μειωθεί η εποχικότητα. 

Όλα αυτά όμως είναι δώρο-άδωρο αν δεν συνοδευτούν με ενίσχυση των δυνατοτήτων προσπελασιμότητας στους τουριστικούς τόπους. Στον τομέα αυτό η Κρήτη υστερεί απελπιστικά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ανεπάρκεια του Αερολιμένα Ηρακλείου, καθώς και στην έλλειψη οδικών αξόνων, σύγχρονης οδικής σήμανσης, λιμανιών και όλων εκείνων των υλικοτεχνικών υποδομών που εξασφαλίζουν άνετη προσβασιμότητα στις τουριστικές περιοχές. Χωρίς ανάπτυξη των βασικών αυτών υποδομών, ο τουρισμός είναι καταδικασμένος να ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Και όμως, η Κυβέρνηση επέλεξε τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων και μάλιστα σε περίοδο κρίσης! Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο τουρισμός είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας μας, προσφέροντας το ένα πέμπτο περίπου του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και της Απασχόλησης. Όμως, ο τουρισμός δεν είναι αυτοτελής τομέας. Συνδέεται άρρηκτα και βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με τους άλλους τομείς της οικονομίας, με τους οποίους αποτελεί ένα ενιαίο παραγωγικό σύμπλεγμα και ιδιαίτερα με την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση και όλες τις άλλες υπηρεσίες. Επηρεάζει δε και επηρεάζεται άμεσα από τον πολιτισμό και το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ανεξάρτητη και αυτόνομη, οικονομική κυρίως, δραστηριότητα αλλά ως ένας τομέας με καταλυτικές επιπτώσεις στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Επείγει η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της Τουριστικής Παιδείας, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με δημιουργία προπτυχιακών Πανεπιστημιακών Σχολών στα Δημόσια Πανεπιστήμια, με παράλληλη καθιέρωση ποιοτικών προτύπων, νομοθετική κατοχύρωση, εποπτεία και έλεγχο των μη-κρατικών Κ.Ε.Σ., Ι.Ε.Κ. και Κολεγίων, για να υπάρξει τάξη στη χαώδη κατάσταση που κυριαρχεί και για να διασφαλιστούν τα ποιοτικά πρότυπα.

Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα που θα επιδιώκει την παραγωγή στελεχών, με τουριστική παιδεία, τουριστική συνείδηση και τεχνικές δεξιότητες πρώτης γραμμής για την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, θα πρέπει στοχεύει παραλλήλως και στη δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων στον Τουρισμό. Ταυτόχρονα, σε σύνδεση με την αγορά εργασίας, τα ιδρύματα παροχής Ανώτατης Παιδείας πρέπει να αναβαθμιστούν και να χρηματοδοτηθούν επαρκώς, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ανάγκη δημιουργίας ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών, που θα κατευθύνουν την ποιοτική τουριστική ανάπτυξη την οποία επιδιώκουμε. Κοντολογίς, πέρα από την αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων για υποδομές και της παροχής κινήτρων για τη σημαντική βελτίωση των εγκαταστάσεων φιλοξενίας και την εκτός ξενοδοχείων απασχόληση του ελεύθερου χρόνου των τουριστών, Ελλήνων και ξένων, κορυφαία σημασία για την ποιότητα έχει η αναγνώριση της συμβολής του ανθρώπινου παράγοντα που θα συνοδεύεται από ανάλογες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξή του, μια και ο τουρισμός είναι ο κατ’ εξοχήν τομέας των υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα είναι δύσκολα και επώδυνα και για τον ελληνικό τουρισμό. Γι’ αυτό, ας μη μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας τον «από μηχανής θεό» που δεν θα έρθει. Ας ενεργοποιηθούμε με ομαδικότητα και συντονισμένες ενέργειες. Κράτος, ιδιωτικός τομέας, Τοπική Αυτοδιοίκηση, εργαζόμενοι, τουριστικοί και πολιτιστικοί φορείς, ολόκληρη η κοινωνία. Έτσι, όχι μονάχα θα μπορέσουμε να ελπίσουμε στην έξοδο από την κρίση, αλλά και για στη μακροπρόθεσμη ποιοτική ανάπτυξη του τουρισμού μας.