Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009


Ομιλία του Νίκου Ε. Σκουλά, Προέδρου του ΜΙΝΩΙΚΟΥ ΚΟΛΕΓΙΟΥ τ. Υπουργού Τουρισμού στη «Γιορτή Κρητικού Κρασιού και Τοπικών Παραδοσιακών Προϊόντων» στον Δημοτικό Κήπο Ρεθύμνου
26 Μαΐου 2009

Οινικός και Γαστρονομικός Τουρισμός στην Κρήτη,μείζον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. 

Η πρωτοβουλία του Δήμου Ρεθύμνης, να προχωρήσει στην αναβίωση και την ανανέωση του μακροβιότερου θεσμού του, της Γιορτής Κρασιού, αποτελεί μια αξιόλογη ενέργεια που προδίδει ευαισθησία και σεβασμό για την πολιτιστική μας παράδοση αλλά και πρακτικό πνεύμα, με την αξιοποίηση της οινικής και γαστρονομικής μας προσφοράς για την προβολή και προώθηση του τουρισμού μας και των προϊόντων που τον υποστηρίζουν. Αξίζουν συγχαρητήρια στους διοργανωτές που αποδεικνύουν έμπρακτα ότι οι Ρεθυμνιώτες μπορούν να συνεργούν για το κοινό καλό.

Το πλούσιο πρόγραμμα παράλληλων δρώμενων, διαλέξεων, ενημερωτικών συναντήσεων, θεατρικών, μουσικών και χορευτικών εκδηλώσεων πέρα από την αναψυχή και τη διασκέδαση, μας παρέχει την ευκαιρία να ανταλλάξουμε πληροφορίες και απόψεις και, από κοινού, να διαμορφώσουμε προτάσεις για την καλύτερη αξιοποίηση των σημαντικών αυτών συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας προς όφελος της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Κρήτης.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Τουρισμός είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της Κρήτης. Δεν είναι όμως αυτοτελής τομέας. Βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με την παραγωγή (προϊόντα και άλλες υπηρεσίες), με τον πολιτισμό και το περιβάλλον. Όλα αυτά αποτελούν ένα ενιαίο παραγωγικό σύμπλεγμα με καταλυτική επίδραση στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και επηρεάζονται έντονα από τη σοβούσα οικονομική και πολιτική κρίση Είναι βέβαια αυτονόητο ότι, κάτω από την τρέχουσα συγκυρία, η συζήτησή μας πρέπει να διεξαχθεί υπό το πρίσμα της σοβούσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η κρίση αυτή εκκολάφτηκε σταδιακά, την τελευταία οκταετία, πυροδοτήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο στις Η.Π.Α. και εξαπλώθηκε με εκπληκτική ταχύτητα στον υπόλοιπο κόσμο με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στις διεθνείς χρηματαγορές, στην παγκόσμια, στην Ευρωπαϊκή και, βεβαίως, στην ελληνική οικονομία.

Η κρίση οδηγεί σε βαθιά ύφεση, με έντονες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις και χαρακτηρίζεται από υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και δημόσιο χρέος, έλλειψη ρευστότητας για τις επιχειρήσεις, εντεινόμενη ανεργία, υπονόμευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ρυθμιστικές αρχές της αγοράς, αβεβαιότητα, ανασφάλεια και δυσπιστία στους θεσμούς και στις πολιτικές ηγεσίες.

Για μας, οι πλήρεις επιπτώσεις της κρίσης στην πραγματική οικονομία, δεν έχουν ακόμα εκδηλωθεί. Ο πανικός και η απαισιόδοξη ψυχολογία που έχει δημιουργηθεί, συμβάλλει σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης, μείωση των δημόσιων εσόδων από Φ.Π.Α. και φορολογητέα ύλη, μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

Έχει γίνει πια κατανοητό από τους πλείστους Έλληνες ότι τα υψηλά ποσοστά του ρυθμού ανάπτυξης για τα οποία επαιρόμασταν, αντιπροσώπευαν, στην ουσία, «πλασματική ανάπτυξη» γιατί αυτά τα ποσοστά ήταν αποτέλεσμα υπερκατανάλωσης και εισροών από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τα μεγάλα έργα που όμως έχουν ημερομηνία λήξης. Η πραγματική ανάπτυξη είναι συνήθως αποτέλεσμα δυναμικής παραγωγής, εξαγωγών και ιδιωτικών επενδύσεων και, προφανώς, στους τρεις αυτούς τομείς, υστερούμε απελπιστικά.

Αυτό που λειτουργεί για μας ως ασπίδα, μερικής έστω προστασίας, κατά ειρωνική συγκυρία, είναι το γεγονός ότι γύρω στο 40% της οικονομικής μας δραστηριότητας είναι παραοικονομία. Πολλά βέβαια θα εξαρτηθούν από την πορεία του Τουρισμού.

Είναι πια κοινός τόπος η διαπίστωση πως o ελληνικός τουρισμός διέρχεται μια δύσκολη περίοδο.Πρόκειται για μια σοβαρή κρίση που, για μας, έχει τρεις ξεχωριστές διαστάσεις οι οποίες, συγκυριακά, συγκλίνουν στην ίδια αρνητική κατεύθυνση: α) Αυτή καθαυτή την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, β) τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα του τουρισμού μας και γ) την αρνητική εικόνα της χώρας μας, ως συνέπεια των καταστροφικών επεισοδίων στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις της Ελλάδος και της συνεχιζόμενης παραβατικότητας.

Πολύ πριν ακόμα ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ελληνικός τουρισμός είχε ήδη έντονα σημεία παθογένειας με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που σταδιακά τον οδηγούσαν σε απώλεια του ανταγωνιστικού του πλεονεκτήματος από άποψη σχέσης αξίας-τιμής (value for money), συγκριτικά με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που, για το ίδιο μαζικό, παραθεριστικό (και, κατά συνέπεια, εποχικό) τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και επομένως, πολύ χαμηλότερη τιμή.

Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας είναι η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας – που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές, αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα.

Δυστυχώς, τόσο οι αναπτυγμένες παραδοσιακές χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού (Γερμανοί και Βρετανοί αποτελούν το ήμισυ περίπου των τουριστικών μας αφίξεων), όσο και οι αναδυόμενες αγορές, βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με διογκούμενη ανεργία, συρρίκνωση εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων τους.

Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι η υποτίμηση των νομισμάτων πολλών από τις χώρες-μέλη της Ε.Ε, εκτός Ευρωζώνης και της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και των ανταγωνιστών μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό κάνει ακριβό το τουριστικό μας προϊόν για τους πελάτες μας απ’ αυτές τις χώρες και φθηνότερο το προϊόν των ανταγωνιστών μας.

Κάτω απ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, κατά τη γνώμη μου, μόνη πιθανή οδός διαφυγής, είναι η προσέλκυση τουριστών πολύ υψηλών προδιαγραφών και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση.

Πριν καν όμως πάρουμε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για να πορευτούμε ομαλά σ’ αυτόν το δρόμο, αναγκαία προϋπόθεση είναι να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση των τουριστικών και των άλλων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων.

Αφού λοιπόν το παραδοσιακό και κουρασμένο πια τουριστικό προϊόν που προσφέρουμε, απώλεσε την ανταγωνιστικότητά του, είναι βασική αρχή του marketing η επανατοποθέτηση στην τουριστική αγορά με νέα προϊόντα και υπηρεσίες.

Επείγει, επομένως, η επανατοποθέτησή μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά, με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη τουριστική προσφορά, που θα απευθύνεται σε πιο ενήμερους, πιο εκλεκτικούς, πιο απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες και μάλιστα για 12 μήνες το χρόνο.

Αυτό προϋποθέτει τη σταδιακή αλλά σύντομη, κατά το δυνατόν, μετάβαση από τον μαζικό, παραθεριστικό τουρισμό της παραλίας, (ο οποίος πάντως θα συνεχίσει να είναι ένα από τα βασικά μας προϊόντα), στον θεματικό – εναλλακτικό τουρισμό. Οι ειδικές μορφές τουρισμού, ιδιαίτερα οι ήπιες μορφές μπορούν να συμβάλουν σε μεγάλο βαθμό στη σύνθεση και προσφορά μιας συνολικής εμπειρίας στον φιλοξενούμενο επισκέπτη. Πρέπει όμως να πάψουμε απλά να απαριθμούμε τις διάφορες εναλλακτικές μορφές τουρισμού και να τους προσδώσουμε συγκεκριμένο και ουσιαστικό περιεχόμενο καθώς τις εντάσσουμε σε ολοκληρωμένα προγράμματα.

Για τον σκοπό αυτό, η Κρήτη διαθέτει πλούσιους τουριστικούς πόρους: Φυσικό περιβάλλον, πολιτιστικό απόθεμα, πλούσια παραγωγή τοπικών προϊόντων, το Κρητικό διατροφικό πρότυπο, ποιοτικές μονάδες φιλοξενίας και καλές υπηρεσίες από ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών.

Η τουριστική και η εν γένει οικονομική ανάπτυξη της Κρήτης, πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αειφορίας και της «πράσινης οικονομίας» με μέτρα προστασίας του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, με έμφαση στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας (αιολική ενέργεια, φωτοβολταϊκά, γεωθερμία, κ.λπ).

Η πράσινη ανάπτυξη είναι μια νέου είδους πρωτοποριακή ανάπτυξη όπου το περιβάλλον, η ποιότητα και ο σεβασμός στον άνθρωπο δεν είναι απλά μια παράμετρος ή μια ακόμα τομεακή πολιτική αλλά ο κύριος άξονας και η βάση ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού αναπτυξιακού σχεδίου της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι η τουριστική ανάπτυξη και η προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αλλά και της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής, αποτελούν στόχους που όχι μόνο δεν αποκλείονται αμοιβαίως αλλά αντιθέτως, δρουν συμπληρωματικά και αλληλοενισχύονται.

Στην πράξη, ο πολιτισμός μας, οι ανθρώπινες αξίες, ο τρόπος ζωής του λαού μας, το περιβάλλον και η προστατευμένη φύση, αποτελούν τους βασικούς πόρους πάνω στους οποίους στηρίζεται ο Τουρισμός για την μακροπρόθεσμη οικονομική του ανάπτυξη.

Αυτή η αντίληψη, καθιστά αναγκαία, τόσο την ύπαρξη και καλλιέργεια μιας περιβαλλοντικής ευαισθησίας η οποία θα διατρέχει τις πολιτικές του τουρισμού, όσο και τις παράλληλες ενέργειες αξιοποίησης των πολιτιστικών και φυσικών πόρων της χώρας προς όφελος του τουρισμού που, όπως προανέφερα, είναι οι ακόλουθοι:

  • Το φυσικό περιβάλλον: Πόροι υψηλής ποιότητας και αξίας είναι τα φαράγγια, τα σπήλαια, οι ορεινοί όγκοι, οι μοναδικές παραλίες, η χλωρίδα και πανίδα.
  • Το πολιτιστικό απόθεμα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της Κρήτης και συνίσταται σε αρχαιολογικούς χώρους, μοναστήρια, μουσεία, ιστορία, τοπική παράδοση, καθημερινή ζωή και, κυρίως, γνήσια φιλοξενία, χαμόγελο και ζεστασιά.
  • Τα τοπικά προϊόντα υψηλής ποιότητας που συνάδουν με το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για την ποιότητα των τροφίμων και την τοπική γαστρονομία.
  • Το Κρητικό διατροφικό πρότυπο που απολαμβάνει παγκόσμιας αναγνώρισης, είναι ένας πολύτιμος τουριστικός πόρος που, δυστυχώς, παραμένει σχετικά ανεκμετάλλευτος. Είναι γνωστό ότι μεταξύ των εναλλακτικών μορφών τουρισμού, κορυφαίο ρόλο έχει ο γαστρονομικός τουρισμός. Πράγματι, η γεύση αποτελεί πολύτιμο στοιχείο του πολιτισμού μιας χώρας ή μιας περιοχής. Ιδιαίτερα, η παραδοσιακή κουζίνα, και η οινική παράδοση, ως μείζον συνθετικό της τουριστικής προσφοράς, μπορεί να είναι σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και μπορεί να συμβάλει στην απορρόφηση και προβολή των προϊόντων της κρητικής παραγωγής. 
Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνονται:

Tα προϊόντα ελιάς (ελαιόλαδο, ελιές, πολτός ελιάς, κ.λπ.), κρητικές ποικιλίες κρασιών και τσικουδιά, φρούτα και λαχανικά, γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα (ποικιλίες τυριών, ανθόγαλο, γιαούρτι, κ.λπ.), παξιμάδια, και άλλα αρτοσκευάσματα (καλιτσούνια, μυζηθρόπιτες, χορτόπιτες, μουστοκούλουρα κ.λπ), μέλι, αρωματικά φυτά, κ.ο.κ.)

Σ’ αυτή την προσπάθεια, ο πολιτισμός της γεύσης και του οίνου, μαζί με τις άλλες εναλλακτικές μορφές τουρισμού, μπορεί να έχει πρωταρχικό ρόλο. Το Κρητικό διατροφικό πρότυπο, η Κρητική κουζίνα, σε αρμονική σύνδεση με τον Κρητικό αμπελώνα, αποτελούν πολύτιμους αν και παραμελημένους τουριστικούς πόρους.

Διαθέτουμε εξαιρετικές ποικιλίες κρασιών. Τα τελευταία 15 χρόνια, μερακλήδες και επιστημονικά καταρτισμένοι οινοποιοί έχουν κάνει μεγάλα ποιοτικά άλματα στην αξιοποίηση του Κρητικού αμπελώνα. Η αναβίωση παραμελημένων ή και εντελώς ξεχασμένων δικών μας παραδοσιακών ποικιλιών (κοτσιφάλι, μαντηλάρι, λιάτικο, βιδιανό, πλυτό, μαλβαζία, κ.ά) είναι ένα αξιόλογο επίτευγμα που τιμά τους πρωταγωνιστές του.

Η Ελληνική Ακαδημία Γεύσης (με το Δίκτυο Πιστοποιημένων Εστιατορίων Κρητικής διατροφής) και το Δίκτυο Οινοποιών Κρήτης (με τους Δρόμους του Κρασιού) που συνεργάζονται στενά για τη διατήρηση, ανάδειξη και προβολή της διατροφικής και οινικής μας παράδοσης μπορούν να βοηθήσουν.

Οι ξενοδόχοι, οι εστιάτορες και οι άλλοι τουριστικοί επιχειρηματίες που θα ζητήσουν και θα εκμεταλλευτούν τη βοήθειά τους, αναμφίβολα θα αντλήσουν σημαντικά οφέλη. Πράγματι, ο Οινικός Τουρισμός μπορεί να δώσει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Κρήτη. Στο υποσυνείδητό μας και στις καθημερινές μας συνήθειες, η τσικουδιά είναι το κυρίαρχο πιοτό στο κέρασμα στο σπίτι, στο καφενείο, στην παρέα, στη ρακοβεγγέρα, στο γλέντι ή ως ορεκτικό πριν το φαγητό και χωνευτικό μετά.

Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα ποτό και κανένα έδεσμα που συμβολίζει καλύτερα τον τρόπο ζωής των Κρητικών και παίζει πιο κεντρικό ρόλο στις παρέες, στην παράδοση και στην κοινωνική μας ζωή, όσο η τσικουδιά.

Είναι το αγνό απόσταγμα από το τσίκουδο του σταφυλιού (το στέμφυλο), χωρίς προσθετικά που αλλοιώνουν το γνήσιο άρωμα της ποικιλίας της αμπέλου από την οποία παίρνει την ιδιαίτερη ταυτότητά του.

Η πολύχρονη εμπειρία μου στον τουρισμό με έχει πείσει πως ο τουρίστας, εγχώριος ή ξένος, δεν έρχεται μονάχα για τον ήλιο, τη θάλασσα ή το φυσικό κάλλος του τόπου μας. Αυτά τα βρίσκει και αλλού και μάλιστα πολύ φθηνότερα. Έρχεται κυρίως για να βιώσει και να μοιραστεί την αρχοντική απλότητα των Κρητών, την αγνή, πηγαία φιλοξενία και τον δικό μας μοναδικό τρόπο ζωής, να αισθανθεί την κρητική ψυχή. Αν αξιοποιήσουμε αυτό το πλεονέκτημα ως τουριστικό πόρο, έχουμε πολλά να ωφεληθούμε.

Η Κρήτη παράγει πλέον μεγάλες ποσότητες ποιοτικής τσικουδιάς και διεκδικεί μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στα ανταγωνιστικά οινοπνευματώδη ποτά όπως το akvavit των Σκανδιναβών, τη slivovica των Βαλκανίων και τη vodka των Ανατολικοευρωπαίων (προϊόντα πατάτας, δαμάσκηνων ή δημητριακών).

Ας τιμήσουμε πρώτα εμείς και ας διαδώσουμε το ερωτικό ποτό της Κρήτης που αναδεικνύει την αγάπη μας για τη ζωή και τον πλούσιο ψυχισμό μας,

Για την αποτελεσματική προβολή και διάθεση αυτών των προϊόντων, προαπαιτούνται:
  • Παραγωγή και τυποποίηση ποιοτικών και επώνυμων προϊόντων (ονομασίας προελεύσεως, γεωγραφικής ένδειξης, βιολογικά προϊόντα, κ.λπ.).
  • Τοπικές συνεργασίες μεταξύ τουριστικών επιχειρηματιών, παραγωγών και τυποποιητών σε μορφές cluster (με συνειδητοποίηση της αλήθειας πως ο διπλανός μας δεν είναι ανταγωνιστής αλλά συνεργάτης και σύμμαχος).
  • Εξωστρεφές και δυναμικό διεθνές marketing με ευαισθησία και συνέπεια στον πελάτη. Δεν αρκεί να παράγουμε καλά προϊόντα. Ο ανταγωνισμός είναι σκληρός και η αγορά αμείλικτη. Δεν θα έρθουν να μας τα ζητήσουν. Οφείλουμε να πάμε στους πελάτες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αξιοποιώντας τις σύγχρονες αρχές του marketing και των πωλήσεων. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε το πολιτιστικό μας υπόβαθρο, επενδύοντας τα προϊόντα μας με τον μύθο που τα περιβάλλει, τη λαογραφία και τη σύγχρονη μαγειρική τέχνη. 
Πρέπει, παράλληλα, να ανατρέψουμε την παραπλανητική τακτική αυτών που ισχυρίζονται ότι Κρητική Διατροφή και Μεσογειακή Διατροφή είναι το ίδιο πράγμα. Η αλήθεια είναι ότι βάση της Μεσογειακής Διατροφής είναι η Κρητική Διατροφή. Δεν συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Η «Μεσογειακή» όπως εφαρμόζεται (βεβαρημένη με πολλά ζωικά λίπη) είναι μια παραποιημένη και ίσως επικίνδυνη αντιγραφή της Κρητικής.

Στην Κρήτη της παλιάς εποχής, δεν υπήρξε κάποιος επιστημονικός εγκέφαλος που σχεδίασε τη σωστή κρητική διατροφή. Αυτή ξεπήδησε αυτόματα από τις κλιματολογικές συνθήκες, από τις συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής και την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Κρήτης σε συνδυασμό, βέβαια, με την καθημερινή και συνεχή άσκηση που επέβαλλε η ανάγκη να περπατούν για να καλλιεργούν τα χωράφια τους οι αγρότες και να φροντίζουν τα αιγοπρόβατά τους οι κτηνοτρόφοι.

Κατά τα τελευταία χρόνια, έχουν σημειωθεί αξιοσημείωτες εξελίξεις στην Κρήτη, οι οποίες προμηνύουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον για τον τουρισμό και τα τοπικά προϊόντα της. Έχουν αναπτυχθεί πετυχημένα Εθελοντικά Δίκτυα και Επαγγελματικές Συνεργασίες, μεταξύ των οποίων
  • Η Ελληνική Ακαδημία Γεύσης που κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια εργάστηκε για την τεκμηρίωση, διάσωση και ανάδειξη της κρητικής παραδοσιακής κουζίνας και του κρητικού διατροφικού προτύπου. Δημιούργησε και διατηρεί την επιστημονική επίβλεψη για το αυτορρυθμιζόμενο Δίκτυο Εστιατορίων, Ταβερνών και άλλων χώρων μαζικής εστίασης «ConCred(Conserving Cretan Diet), με υψηλά και αυστηρά εφαρμοζόμενα ποιοτικά standards με αποκλειστική χρήση Εξαιρετικού Παρθένου Ελαιόλαδου.
  • Το Δίκτυο Οινοποιών Χανίων & Ρεθύμνης και Δίκτυο Οινοποιών Νομού Ηρακλείου με εξαιρετικά επιτεύγματα στην αναβάθμιση του κρητικού αμπελώνα και την αναβίωση και ανάδειξη σημαντικών όσο και ξεχασμένων τοπικών ποικιλιών και τη δημιουργία των Δρόμων του Κρασιού με πολλά επισκέψιμα Οινοποιεία.
  • Ο Παγκρήτιος Σύνδεσμος Εναλλακτικού Τουρισμού που ενοποιεί τα οικολογικά αγροτουρισικά συγκροτήματα φιλοξενίας, διατροφής και λαογραφικού ενδιαφέροντος, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, με την καθιέρωση υψηλών ποιοτικών προτύπων και την εξασφάλιση της ενιαίας προβολής τους.
  • Το Δίκτυο Κρητικής Γαστρονομίας και Πολιτισμού Δυτικής Κρήτης που εδρεύει και υποστηρίζεται από το Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων (Μ.Α.Ι.Χ) και έχει αναπτύξει σημαντική δράση.
  • Ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Κρήτης ο οποίος, από την ίδρυσή του το 1995 προβαίνει σε ενέργειες που πρωταρχικό σκοπό έχουν την προβολή και προώθηση των Κρητικών εξαγωγικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Αριθμεί 170 εξαγωγικές επιχειρήσεις – μέλη από όλη την Κρήτη, ενημερώνει τις επιχειρήσεις και προωθεί την εφαρμογή του Προγράμματος Cretacert, τις δράσεις του και τους άμεσους στόχους του.
  • Τα άτυπα αλλά πολύ ουσιαστικά Δίκτυα Τυροκόμων, Παξιμαδοποιών και άλλων ομάδων παραγωγών.
  • Πρόσφατα ιδρύθηκε από τις τέσσερις Νομαρχίες της Κρήτης το «Κρητικό Σύμφωνο Ποιότητας» που εδρεύει στο Ρέθυμνο, με σκοπούς, μεταξύ άλλων, την ανάδειξη της κρητικής διατροφής ως μέσου ευζωίας και την εξασφάλιση της κατανάλωσης των κρητικών προϊόντων. Κατά την πλήρη ανάπτυξή του, το Σύμφωνο Ποιότητος αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό συντονιστικό ρόλο για τα Δίκτυα και την προβολή και προώθηση του τουρισμού και των τοπικά παραγόμενων προϊόντων.
Είναι βέβαιο ότι όλες αυτές οι πρωτοβουλίες, με τον κατάλληλο συντονισμό των δράσεών τους και την υποστήριξη του κράτους και των περιφερειακών και τοπικών δημόσιων φορέων μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα εποχή για την ανάπτυξη της Κρήτης.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ο ξένος και Έλληνας επισκέπτης της Κρήτης, εκτός από τα αξιοθέατα, έρχεται να γνωρίσει τους ανθρώπους της και να μοιραστεί τον τρόπο ζωής μας. Αυτό προφανώς σημαίνει επαφή με τους ανθρώπους και τον πολιτισμό τους, τη λαογραφία και, βεβαίως, την αυθεντική κουζίνα τους. Σημαίνει, επίσης, αξιοποίηση του μεγάλου πλεονεκτήματός μας: της απλόχερης, αρχοντικής Κρητικής φιλοξενίας αλλά και μεγάλης δόσης επαγγελματισμού.

Ας προσέξουμε τις αδυναμίες μας: Υποδομές προσπελασιμότητας στους τουριστικούς τόπους, έλλειψη τουριστικής συνείδησης και παροχή χαμηλού επιπέδου υπηρεσιών σε πολλούς εκτός ξενοδοχείων χώρους, ανεπάρκεια εξειδικευμένων στελεχών με άρτιες τεχνικές δεξιότητες και οδυνηρή έλλειψη στελεχών με πανεπιστημιακού επιπέδου παιδεία και εκπαίδευση. Για να ανακάμψει ο τουρισμός και να αποκτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητά του, ο μοναδικός δρόμος που μας προσφέρεται είναι ο εμπλουτισμός και η ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος και αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη υψηλού επιπέδου διευθυντικών στελεχών και καλά εκπαιδευμένων υπαλλήλων σε σύνδεση με την αγορά εργασίας.

Αυτό υπαγορεύει την εκ βάθρων αναδιάρθρωση της Τουριστικής Παιδείας, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με δημιουργία προπτυχιακών Πανεπιστημιακών Σχολών στα Δημόσια Πανεπιστήμια, με παράλληλη καθιέρωση ποιοτικών προτύπων, νομοθετική κατοχύρωση, εποπτεία και έλεγχο των μη-κρατικών Κ.Ε.Σ., Ι.Ε.Κ. και Κολεγίων, για να μπει τάξη στη χαώδη κατάσταση που κυριαρχεί και για να διασφαλιστούν τα ποιοτικά πρότυπα. Είναι προφανές ότι το υπάρχον καθεστώς παράγει στρατιές πτυχιούχων οι πλείστοι των οποίων οδηγούνται στην έρημο της ανεργίας.

Τα δημόσια ιδρύματα παροχής Ανώτατης Παιδείας (ΑΕΙ, ΤΕΙ) πρέπει να αναβαθμιστούν και να χρηματοδοτηθούν επαρκώς, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ανάγκη δημιουργίας ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών, που θα κατευθύνουν την ποιοτική τουριστική ανάπτυξη την οποία επιδιώκουμε.

Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και μπορεί να γίνει διεθνής προορισμός για την Τουριστική και Ξενοδοχειακή Εκπαίδευση. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, τη συγκράτηση της εξόδου φοιτητών και συναλλάγματος στο εξωτερικό, την προσέλκυση ξένων φοιτητών για σπουδές στην Ελλάδα και την αναβάθμιση της ποιότητας του Τουρισμού μας.

Στα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτής της αναδιάρθρωσης πρέπει να περιλαμβάνονται η υποχρεωτική παρακολούθηση, η υποχρεωτική αλλά αμειβόμενη εξάσκηση στο τουριστικό και ξενοδοχειακό μάνατζμεντ και η αξιολόγηση διδασκόντων και διδασκομένων.

Αυτό ακριβώς κάνει το Αγγλόφωνο Εκπαιδευτικό ίδρυμα Minoan International College το οποίο εκπροσωπώ, καθώς προσφέρει προγράμματα τριετών σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και το Τουριστικό και Ξενοδοχειακό Μάνατζμεντ.

Συμπερασματικά:

Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα είναι δύσκολα και επώδυνα και για τον ελληνικό τουρισμό και την οικονομία της Κρήτης γενικότερα. Γι’ αυτό, ας μη μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας τον «από μηχανής Θεό» που δεν θα έρθει. Ας ενεργοποιηθούμε με ομαδικότητα και συντονισμένες ενέργειες. Κράτος, ιδιωτικός τομέας, Τοπική Αυτοδιοίκηση, εργαζόμενοι, τουριστικοί και πολιτιστικοί φορείς, παραγωγοί, τυποποιητές, εκπαιδευτική κοινότητα, ολόκληρη η κοινωνία. Έτσι, όχι μονάχα θα μπορέσουμε να ελπίσουμε στην έξοδο από την κρίση, αλλά και στη μακροπρόθεσμη ποιοτική ανάπτυξη του τουρισμού και τοπικής παραγωγής μας.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ο τουρισμός δεν θα μείνει αλώβητος


Άρθρο του Νίκου Ε. Σκουλά,
Προέδρου του Minoan International College, 
πρ. Υπουργού Τουρισμού
στην εφημερίδα ΤΟΛΜΗ 



Κατά τη γνώμη μου, η κρίση την οποία διέρχεται ο τουρισμός μας σήμερα θα έχει ασυνήθιστα μεγάλη ένταση αλλά και διάρκεια. Είναι μια σοβαρή κρίση με τρεις ξεχωριστές διαστάσεις που συγκυριακά συγκλίνουν στην ίδια αρνητική κατεύθυνση με απρόβλεπτες αρνητικές επιπτώσεις, από την οποία, πάντως, αποκλείεται να βγούμε αλώβητοι. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στις εξής διαπιστώσεις:

1. Είναι βέβαιο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τεράστια πλανητική χρηματοπιστωτική κρίση που, σε απόλυτα μεγέθη, είναι ανάλογη με το μεγάλο κραχ του 1929, ενώ οι αναπτυγμένες χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού (Γερμανία, Βρετανία, κ.λπ.), βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με καλπάζουσα ανεργία, συρρίκνωση εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων τους.

2. Πολύ πριν ακόμα ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ελληνικός τουρισμός είχε ήδη έντονα σημεία παθογένειας με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που σταδιακά τον οδηγούσαν σε απώλεια του ανταγωνιστικού του πλεονεκτήματος από άποψη σχέσης αξίας-τιμής (value formoney), συγκριτικά με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που, για το ίδιο μαζικό παραθεριστικό (και, κατά συνέπεια, εποχικό) τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και πολύ χαμηλότερη τιμή.

Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας είναι η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας – που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές – η αυξανόμενη τάση για συμβόλαια «all inclusive» αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα.

3. Πάνω σ’ αυτή τη δυσμενή συγκυρία «ήρθε κι έδεσε» το όχι απρόσμενο και καθόλου αδικαιολόγητο λαϊκό ξέσπασμα των οικονομικά ασθενών κοινωνικών ομάδων και της νεολαίας, των οποίων οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, με μεγάλη ευθύνη της πολιτείας, δυστυχώς, καπελώθηκαν από τους «γνωστούς-άγνωστους» κουκουλοφόρους, η ανεξέλεγκτη καταστροφική μανία των οποίων οδήγησε την αγορά σε καθίζηση και υπονόμευσε το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Η επί εβδομάδες προβολή της έκρυθμης κατάστασης, ως πρώτου ή δεύτερου θέματος στα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα και στα πρωτοσέλιδα του ξένου τύπου, μιας κατάστασης που δυστυχώς συνεχίζεται υπό μορφή αναβίωσης της εσωτερικής τρομοκρατίας, διαμόρφωσε μια άκρως αρνητική εικόνα για τον τουρισμό της Ελλάδας οι συνέπειες τις οποίας δεν είναι εύκολα αναστρέψιμες. Η κυβερνητική εξαγγελία για σημαντική αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης, σ’ αυτή τη φάση, είναι ασφαλώς σπατάλη χρημάτων αλλά και κάτι χειρότερο: Όταν στη διεθνή επικαιρότητα κυριαρχεί, ως πρώτο θέμα, η εικόνα «της Αθήνας που καίγεται ή τρομοκρατείται» , η διαφημιστική καταχώρηση θα ενισχύσει περαιτέρω την αρνητική εικόνα και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά στον δυνητικό τουρίστα. Συνεπώς, η όποια διαφημιστική καμπάνια πρέπει να γίνει στην ώρα της και αφού θα έχουν προηγηθεί άλλες, πιο επείγουσες ενέργειες. Αυτονόητα, πρώτη όσο και κατεπείγουσα προτεραιότητα για την Κυβέρνηση, θα πρέπει να είναι η μέριμνα για τη χρηματοπιστωτική κάλυψη των τουριστικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και η ενίσχυση της ρευστότητάς τους με επενδυτικά δάνεια και κεφάλαια κινήσεως, ιδιαίτερα κατά την εκτός αιχμής περίοδο, με προσιτά επιτόκια και όρους αποπληρωμής. Γι’ αυτό, θα χρειαστεί εποπτεία και αυστηρός έλεγχος ώστε τα 28 δισεκατομμύρια Ευρώ να διαχυθούν στην πραγματική οικονομία και όχι στην ενίσχυση της ήδη αδικαιολόγητα υψηλής κερδοφορίας των τραπεζών. Αυτά τα απαραίτητα μέτρα, αν βέβαια εφαρμοστούν σωστά, απλά θα συμβάλουν, βραχυπρόθεσμα, στην άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης αλλά δεν εγγυώνται, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη υγιή και αειφόρα ανάπτυξη του τουρισμού μας καθώς και των άλλων τομέων που επηρεάζει άμεσα. Κάτω απ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, ποια πορεία πρέπει να ακολουθήσουμε για να βοηθήσουμε την τουριστική οικονομία να βγει από την κρίση; Κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη πολλών, η μόνη πιθανή οδός διαφυγής, χωρίς κλειδωμένες βεβαιότητες, είναι η προσέλκυση τουριστών πολύ υψηλών προδιαγραφών και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση. Για να συμβεί όμως αυτό, επείγει, η επανατοποθέτησή μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά, με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη τουριστική προσφορά, που θα απευθύνεται σε πιο ενήμερους, πιο εκλεκτικούς, πιο απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες και μάλιστα για 12 μήνες το χρόνο. Μια πολιτική, χωρίς φαινόμενα όπως τα προαναφερθέντα, μια πολιτική που θα οδηγεί σε διαρκή μείωση των φαινομένων αυτών και θα αναδεικνύει και θα αναγνωρίζει, με ουσιαστικό τρόπο, τη συμβολή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των εργαζομένων στην ποιοτική τουριστική ανάπτυξη. Προϋποθέσεις γι’ αυτή την ανάπτυξη είναι:

  • Η παροχή δέσμης οικονομικών και άλλων κινήτρων που θα ενθαρρύνουν τη δημιουργία ξενοδοχείων υψηλών κατηγοριών και παράλληλη αναβάθμιση των καταλυμάτων χαμηλότερων κατηγοριών με στόχο ένα πιστοποιημένο υψηλό επίπεδο παρεχομένων υπηρεσιών.
  • Η ενίσχυση προσπαθειών ανάπτυξης οικολογικών–αγροτουριστικών καταλυμάτων και προγραμμάτων αναστήλωσης παραδοσιακών κτισμάτων και οικισμών, για τουριστική αξιοποίηση και η προώθηση του τουρισμού της ενδοχώρας, των νησιωτικών περιοχών και γενικά της περιφέρειας. 
  • Οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού θα ενισχυθούν σημαντικά από την αξιοποίηση της κρητικής κουζίνας, του παραδοσιακού διατροφικού μας προτύπου, αλλά και των τοπικών προϊόντων που το υποστηρίζουν (ελαιόλαδο, ελιές, τυροκομικά προϊόντα, παξιμάδια, μέλι, αλλά και συνολικά προγράμματα όπως οι «Δρόμοι» του Κρασιού και του Λαδιού, κλπ) με ιδιαίτερη έμφαση στα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας.
  • Χρειάζονται επίσης βελτιωμένες ειδικές τουριστικές υποδομές όπως συνεδριακοί χώροι, κέντρα ευεξίας (spa), εγκαταστάσεις με προγράμματα τουρισμού υγείας (π.χ, μονάδες υποστήριξης νεφροπαθών), αθλητικοτουριστικές εγκαταστάσεις, γήπεδα γκολφ και τένις, θερμαινόμενες πισίνες, μαρίνες, κέντρα ιππασίας, κέντρα θαλασσοθεραπείας, κ.λπ, με παράλληλη καθιέρωση σύνθετων και αναβαθμισμένων προγραμμάτων απασχόλησης του ελεύθερου χρόνου των φιλοξενούμενων επισκεπτών για ευχάριστη και δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ιδιαιτέρως κατά την εκτός αιχμής περίοδο, προκειμένου να μειωθεί η εποχικότητα. 

Όλα αυτά όμως είναι δώρο-άδωρο αν δεν συνοδευτούν με ενίσχυση των δυνατοτήτων προσπελασιμότητας στους τουριστικούς τόπους. Στον τομέα αυτό η Κρήτη υστερεί απελπιστικά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ανεπάρκεια του Αερολιμένα Ηρακλείου, καθώς και στην έλλειψη οδικών αξόνων, σύγχρονης οδικής σήμανσης, λιμανιών και όλων εκείνων των υλικοτεχνικών υποδομών που εξασφαλίζουν άνετη προσβασιμότητα στις τουριστικές περιοχές. Χωρίς ανάπτυξη των βασικών αυτών υποδομών, ο τουρισμός είναι καταδικασμένος να ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Και όμως, η Κυβέρνηση επέλεξε τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων και μάλιστα σε περίοδο κρίσης! Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο τουρισμός είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας μας, προσφέροντας το ένα πέμπτο περίπου του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και της Απασχόλησης. Όμως, ο τουρισμός δεν είναι αυτοτελής τομέας. Συνδέεται άρρηκτα και βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με τους άλλους τομείς της οικονομίας, με τους οποίους αποτελεί ένα ενιαίο παραγωγικό σύμπλεγμα και ιδιαίτερα με την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση και όλες τις άλλες υπηρεσίες. Επηρεάζει δε και επηρεάζεται άμεσα από τον πολιτισμό και το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ανεξάρτητη και αυτόνομη, οικονομική κυρίως, δραστηριότητα αλλά ως ένας τομέας με καταλυτικές επιπτώσεις στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Επείγει η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της Τουριστικής Παιδείας, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με δημιουργία προπτυχιακών Πανεπιστημιακών Σχολών στα Δημόσια Πανεπιστήμια, με παράλληλη καθιέρωση ποιοτικών προτύπων, νομοθετική κατοχύρωση, εποπτεία και έλεγχο των μη-κρατικών Κ.Ε.Σ., Ι.Ε.Κ. και Κολεγίων, για να υπάρξει τάξη στη χαώδη κατάσταση που κυριαρχεί και για να διασφαλιστούν τα ποιοτικά πρότυπα.

Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα που θα επιδιώκει την παραγωγή στελεχών, με τουριστική παιδεία, τουριστική συνείδηση και τεχνικές δεξιότητες πρώτης γραμμής για την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, θα πρέπει στοχεύει παραλλήλως και στη δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων στον Τουρισμό. Ταυτόχρονα, σε σύνδεση με την αγορά εργασίας, τα ιδρύματα παροχής Ανώτατης Παιδείας πρέπει να αναβαθμιστούν και να χρηματοδοτηθούν επαρκώς, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ανάγκη δημιουργίας ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών, που θα κατευθύνουν την ποιοτική τουριστική ανάπτυξη την οποία επιδιώκουμε. Κοντολογίς, πέρα από την αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων για υποδομές και της παροχής κινήτρων για τη σημαντική βελτίωση των εγκαταστάσεων φιλοξενίας και την εκτός ξενοδοχείων απασχόληση του ελεύθερου χρόνου των τουριστών, Ελλήνων και ξένων, κορυφαία σημασία για την ποιότητα έχει η αναγνώριση της συμβολής του ανθρώπινου παράγοντα που θα συνοδεύεται από ανάλογες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξή του, μια και ο τουρισμός είναι ο κατ’ εξοχήν τομέας των υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα είναι δύσκολα και επώδυνα και για τον ελληνικό τουρισμό. Γι’ αυτό, ας μη μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας τον «από μηχανής θεό» που δεν θα έρθει. Ας ενεργοποιηθούμε με ομαδικότητα και συντονισμένες ενέργειες. Κράτος, ιδιωτικός τομέας, Τοπική Αυτοδιοίκηση, εργαζόμενοι, τουριστικοί και πολιτιστικοί φορείς, ολόκληρη η κοινωνία. Έτσι, όχι μονάχα θα μπορέσουμε να ελπίσουμε στην έξοδο από την κρίση, αλλά και για στη μακροπρόθεσμη ποιοτική ανάπτυξη του τουρισμού μας.